θύρα

Άνοιγμα των εξωτερικών ή των εσωτερικών τοίχων ενός κτιρίου ή ενός τείχους, που επιτρέπει τη διάβαση ανθρώπων ή οχημάτων και συνήθως κλείνεται με ένα ή περισσότερα θυρόφυλλα. Στην αρχαιότητα η θ. ήταν χώρος ιερός ή μαγικός, γι’ αυτό και οι θ. των ιερών, των ναών, των τάφων, των ανακτόρων και των κατοικιών ήταν πλούσια διακοσμημένες. Οι αρχαιότερες θ. ήταν ξύλινες, όπως αυτές της Αιγύπτου και της Μεσοποταμίας. Το ασσυριακό ανάκτορο της Μπαλαουάτ του 10ου αι. π.Χ. είχε διπλές ξύλινες θ., πλάτους περίπου 5 μ. και ύψους 8 μ., διακοσμημένες με χαλκό. Τα θυρόφυλλα επενδύονταν συχνά με πολύτιμα μέταλλα ή είχαν πλαίσια με ανάγλυφες και άλλες διακοσμήσεις (Θησαυρός του Ατρέα, Πύλη των Λεόντων στις Μυκήνες κ.ά.). Οι χάλκινες θ. αποτελούν αξιόλογα δείγματα καλλιτεχνικής έκφρασης. H ελληνική γλυπτική του 5ου αι. π.Χ. είχε τελειοποιήσει την τεχνική της χύτευσης κοίλων χάλκινων θ. (με το σύστημα του λιωμένου κεριού), ενώ οι Ρωμαίοι υιοθέτησαν τις συμπαγείς χάλκινες θ., όπως είναι οι διπλές θ. του Πάνθεου της Ρώμης, ύψους περίπου 7 μ., επίχρυσες στην αρχική τους μορφή. Περίφημες υπήρξαν οι χάλκινες θ. που κατασκευάζονταν στο Βυζάντιο. Το αρχαιότερο δείγμα που σώζεται έως σήμερα είναι μία θ. της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολης, που χρονολογείται από το 840 μ.Χ. Τον 11ο αι., στα εργαστήρια της Κωνσταντινούπολης κατασκευάστηκαν οι χάλκινες θ. της μητρόπολης του Αμάλφι, οι θ. της μονής του Μόντε Κασίνο της εκκλησίας του Σαντ Άντζελο στο Μόντε Γκάργκανο, της μητρόπολης του Σαλέρνο, του Αγίου Παύλου εκτός των Τειχών στη Ρώμη και πολλές άλλες. Στους μεσαιωνικούς χρόνους διατηρήθηκε στη Δύση ο τύπος της ρωμαϊκής στρατιωτικής πύλης και στις κατοικίες χρησιμοποιήθηκαν αρχαία ρωμαϊκά πλαίσια. Στις εκκλησίες επικράτησαν τα τοξωτά θυρώματα με ημικυκλικά τύμπανα επάνω από τα ανώφλια και στη ρομανική και γοτθική αρχιτεκτονική οι αψιδωτές χοανοειδείς είσοδοι ή η τοποθέτηση προστώων μπροστά από τις εισόδους. Ωστόσο, η πιο ενδιαφέρουσα μορφή είναι το θύρωμα, το οποίο, στη ρομανική και ιδίως στη γοτθική εποχή, διακοσμούσαν με ιστορίες θρησκευτικού περιεχομένου (Άγιος Αμβρόσιος του Μιλάνου, καθεδρικοί ναοί της Ρενς, Μπουρζ, Σαρτρ, Κολονίας κ.ά.). H Αναγέννηση τελειοποίησε τη στρατιωτική πύλη και χρησιμοποίησε ρωμαϊκά υποδείγματα για τις θ. των εκκλησιών και των δημοσίων κτιρίων (Λεόν Μπατίστα Αλμπέρτι κ.ά.). To μπαρόκ εγκαινίασε τις εντυπωσιακές φωτοσκιάσεις, καθώς και μια νέα αντίληψη του χώρου (Σάντα Μαρία ντε λα Πάτσε, Ρώμη). Το ροκοκό εμπλούτισε το εσωτερικό των εισόδων με ένθετα στολίσματα και πλαισιώματα με χάλκινες επενδύσεις, γυψώσεις ή με καθρέφτες. Ο νεοκλασικισμός επανέλαβε τις απλές ελληνικές θ. με τις παραστάδες και τις τριγωνικές απολήξεις. Στη σύγχρονη αρχιτεκτονική το πρόβλημα της θ. τοποθετείται ουσιαστικά σε καθαρά λειτουργική βάση. Έτσι η θ., ανάλογα με τη χρήση της, μπορεί να είναι ξύλινη, γυάλινη, μεταλλική, πλαστική, να έχει ένα ή περισσότερα θυρόφυλλα που περιστρέφονται γύρω από έναν κατακόρυφο άξονα, σύρονται ή είναι αναρτημένα σε τροχούς, οι οποίοι κυλίονται σε οδηγούς τοποθετημένους στο επάνω μέρος. Επίσης, μπορεί να ανασηκώνεται με βάση τον νόμο της ισορροπίας, όπως συμβαίνει σε πολλές εισόδους γκαράζ. Δεν λείπουν ωστόσο και οι καλλιτεχνικές θ. Θύρα του 15ου αι. στην Μπατάλχα της Πορτογαλίας. 1. Θύρα μονόφυλλη στηριζόμενη σε στρόφιγγες· είναι ο κοινός τύπος θύρας των κατοικιών και των γραφείων. 2. Ειλητό καταπέτασμα ασφαλείας, που χρησιμοποιούν κυρίως τα καταστήματα. 3. Συρτή θύρα αναρτημένη σε τροχούς, που κυλίονται σε σιδερένιο οδηγό τοποθετημένο στο ανώτερο τμήμα του τοιχώματος. 4. Θύρα συρτή τύπου φυσαρμόνικας. 5. Θύρα περιστροφική, που τοποθετείται συνήθως στις κεντρικές εισόδους ξενοδοχείων. 6. Θύρα κατάλληλη για γκαράζ· το θυρόφυλλο σηκώνεται προς τα επάνω. Ρομανικό θύρωμα της εκκλησίας του Σαν Τζένο στη Βερόνα, χαρακτηριστικό παράδειγμα επιβλητικής θύρας. Γοτθική θύρα του καθεδρικού ναού της Κολονίας στη Γερμανία.
* * *
η (ΑΜ θύρα, Α και ιων. τ. θύρη)
1. άνοιγμα με το οποίο κάποιος επικοινωνεί με έναν κλειστό ή χωρισμένο χώρο, η είσοδος («θύρα δωματίου»)
2. φράγμα ξύλινο ή μετάλλινο, μονόφυλλο ή δίφυλλο, που μετακινείται με στρόφιγγες και με το οποίο ανοίγεται ή κλείνεται ένα άνοιγμα, η πόρτα
3. φρ. α) «ἐπὶ θύραις» — λέγεται για καθετί που καταφθάνει ή βρίσκεται ήδη πολύ κοντά
β) «κεκλεισμένων τών θυρών» — λέγεται για μυστική συνεδρίαση, ιδίως δικαστηρίου, κατά την οποία δεν επιτρέπεται να παρίσταται ακροατήριο
νεοελλ.
1. μτφ. κάθε άνοιγμα από το οποίο μπορεί να μπει ή να βγει κάτι, π.χ. το στόμα
2. φρ. «πολιτική ή διπλωματία ανοικτών θυρών» α. πολιτική ή διπλωματία που επιδιώκει τον ελεύθερο εμπορικό ανταγωνισμό μεταξύ τών διαφόρων κρατών
β. πολιτική ή διπλωματία που αποσκοπεί στην ανάπτυξη σχέσεων με όλους σε κάθε τομέα
3. παροιμ. «θέλεις νά 'σαι ήσυχος; βάλε τ' αβγό στη θύρα» — αν θέλεις να είσαι ήσυχος, βάλε φραγμό στο στόμα σου
μσν.
1. συνοριακή περιοχή, σύνορα
αρχ.
1. μτφ. διάβαση, πέρασμα
2. κατασκεύασμα από σανίδες, σανίδωμα, σχεδία
3. στον πληθ. αἱ θύραι
α) τα ανάκτορα, η αυλή
β) κατοικία, εντευκτήριο
4. φρ. α) «πρὸ θυρῶν» ή «ἐπὶ θύραις» — μπροστά στο σπίτι
β) «παρά θύραις» — πολύ κοντά στο σπίτι
γ) «θύραν προστιθέναι» — κλείνω την πόρτα
δ) «τήν θύραν βαλανοῡν, μοχλοῡν» — αμπαρώνει την πόρτα
ε) μτφ. «ὃς δ' ἂν... ἐπὶ ποιητικὰς θύρας ἀφίκηται»
i. όποιος φθάσει στις πύλες τής ποιήσεως, Πλάτ.
ii. επίσης λέγεται για εραστές, πελάτες, επαίτες ή μαθητές που συχνάζουν στις οικίες διάσημων δασκάλων
στ) «θύρη καταπακτή» — γκλαβανή, καταπακτή
ζ) «ἐπὶ θύραις τὴν ὑδρίαν» — σπάζω την υδρία μπροστά στην πόρτα, φέρνω την υδρία μέχρι την πόρτα, αλλά δεν κατορθώνω να τή βάλω σώα μέσα στο σπίτι
η) «αἱ ἐπὶ τὰς θύρας φοιτήσεις» — η συχνή παρουσία στα ανάκτορα
5. παροιμ. α) «γλώσση θύραι οὐκ ἐπίκεινται» — λέγεται για αθυρόστομους
β) «οὐδέποτ' ἴσχει ἡ θύρα» — λέγεται για περίεργους.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ανάγεται σε ΙΕ ρίζα *dhwer-«θύρα». Η μηδενισμένη της βαθμίδα dhur- εμφανίζεται στους αθέματους τ. θύρ-δα, θύσ-θεν (< θύρ-σθεν) στο αρχ. άνω γερμ. turi «θύρες», στα λιθ. dur-is «(τις) θύρες», duru «θυρών» και στο αρχ. ινδ. dur-ah «(τις) θύρες», αλλά και σε αρκετούς θεματικούς τ. όπως στο ίδιο το αρχ. ελλ. θύρα, στο γοτθ. daur «πύλη», το αρμ. dr-a-c «θυρσί» κ.ά. Εκ παραλλήλου με τους τ. αυτούς που προέρχονται όλοι από τη μηδενισμένη βαθμίδα (dhur-) τής ρίζας μαρτυρούνται και άλλοι που προέρχονται από την απαθή βαθμίδα dhwer-, όπως το αρχ. ινδ. dhvār-ah «(τις) θύρες» ή την ετεροιωμένη βαθμίδα *dhwor-, όπως τα λατ. fores «πύλες», ενώ το αρχ. ελλ. θαιρός*, αν όντως συνδέεται με το θύρα (< *θFαρ-ιος), ανάγεται σε συνεσταλμένη βαθμίδα *dhwŗ-. Στη Νέα Ελληνική το όνομα θύρα, χωρίς να πάψει να είναι ζωντανό, έχει αντικατασταθεί από το λατ. προελεύσεως πόρτα. Χρησιμοποιούνται όμως πολλά συνθ. και παράγωγα της.
ΠΑΡ. θύραθεν, θυρεός, θυρίδα
αρχ.
θύραζε, θύραθι, θύρασι(ν), θύρδα, θύρετρον, θυρηφι(ν) θυριώτης, θυρώ, θυρών, θύσθεν
(αρχ.-μσν) θυραίος, θύριον
(μσν-νεοελλ.) θυρίδιο(ν).
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) θυροειδής, θυρωρείο(ν), θυρωρός
αρχ.
θυραβάθρα, θυραμάχος, θυρανοίκτης, θυραυλία, θυραυλικός, θύραυλος, θυραυλώ, θυροκιγκλίδες, θυροκοπία, θυροκοπικός, θυροκόπος, θυροκοπώ, θυροκροτώ, θυροκρούστης, θυροκρουσία, θυροπηγία, θυροποιός, θυροφύλαξ, θυρωρώ, θυρωτός
μσν.) θυρανοίξια, θυροπόρτιν
νεοελλ.
θυροδέρνω, θυρόπλοιο, θυρόφυλλο. (Β' συνθετικό) άθυρος, αμφίθυρος, αντίθυρος, δίθυρος, μονόθυρος, παράθυρο(ς), πολύθυρος, υπέρθυρο(ς)
αρχ.
αγχίθυρος, κρουσίθηρος ψευδοδίθυρος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • θύρα — θύρᾱ , θύρα door fem nom/voc/acc dual θύρᾱ , θύρα door fem nom/voc sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θύρα — η дверь храма, алтарная дверь Этим. < dhur инд. < dhwer «дверь», сравните с санскр. dvarah, слав. «двор» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Θύρα — Θύρᾱ , Θύρευς masc acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θύρα — η 1. πόρτα: Υαλόφρακτη θύρα. – Δίφυλλη θύρα. 2. το μέρος από το οποίο μπαίνει κανείς κάπου: Θύρα του σπιτιού. 3. μτφ., είσοδος, δυνατότητα να μπει κάποιος κάπου ή να πετύχει κάτι: Έκλεισαν για σένα οι θύρες του πανεπιστημίου.―Δεν είναι εύκολες οι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θύρᾳ — θύραι , θύρα door fem nom/voc pl θύρᾱͅ , θύρα door fem dat sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλάγια θύρα — η боковые дьяконские врата, южные и северные …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • θύρας — θύρᾱς , θύρα door fem acc pl θύρᾱς , θύρα door fem gen sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θύραι — θύρα door fem nom/voc pl θύρᾱͅ , θύρα door fem dat sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυράων — θυρά̱ων , θύρα door fem gen pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θύραν — θύρᾱν , θύρα door fem acc sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.